Στην έμορφή μας Ξάνθη

Πάνε δεκαπέντε χρόνια από τότε που μια μέρα του Οκτώβρη έφυγα από την Ξάνθη. Δάσκαλος ενισχυτικής διδασκαλία ήμουν τον χρόνο που προηγήθηκε σε δύο μειονοτικά χωριά: Εχίνος και Πάχνη. Δεν θα αναφερθώ σε τούτες τις γραμμές στο τι κατάφερα, που λίγες θα έπιαναν, ούτε στο τι δεν κατάφερα, πολλές, και κοκκινισμένες, θα ’ταν. Άλλωστε, και μόνο το ρήμα «κατάφερα» αρκεί για να με κατατάξει κανείς στους ανεπαρκείς, στην καλύτερη περίπτωση, ή στους αλαζόνες, στη χειρότερη (;), «λειτουργούς της εκπαίδευσης». Θα δεχτώ τον όποιο χαρακτηρισμό.

Αλλού το πάω. Στη Σαλόνικα το σαββατιάτικο πρωινό τυπικό περιλαμβάνει: ψώνια στο σούπερ (κατά βάσιν κωλόχαρτα), οφθαλμόλουτρο στους χάι και μεσοχάι και υποχάι εμπορικούς δρόμους (αναλόγως αν ο «επαρχιώτης στην Ομόνοια» εμπίπτει στην κατηγορία των εχόντων και κατεχόντων, των θλιβερών μεσοαστών ή των δουλοπαροίκων) και προετοιμασία του μεσημεριανού γεύματος (αστακού, τσιπούρας ή γαύρου, για εκάστη εκ των ανωτέρω κατηγοριών). Μείζων δε πάντων και πάντων προηγηθέντων, ο πρωινός καφές (βλ. λήμμα «νεροζούμι», μετά του επιθέτου «πανάκριβο»).

Στην Ξάνθη το τυπικό ήταν παρόμοιο. Με μία αναγκαία, και εν πολλοίς απαράβατη, προσθήκη: μια βόλτα στο παζάρι. (Και άλλη λάθος χρήση, στο συγκεκριμένο επικοινωνιακό περιβάλλον, μιας λέξης: «βόλτα» στα μέρη εκείνα –φαντάζομαι και σε άλλα, αλλά για ’κείνα με παίρνει να μιλήσω– σημαίνει την απογευματινή πασαρέλα στα χωριά, όπου οι υποψήφιες νύφες περιφέρουν τα κάλλη τους, και οι μέλλοντες γαμπροί τζογάρουν στο χρηματιστήριο του ανδρισμού τους.) Δεν ξέρω πόσο ξακουστό, φημισμένο, διάσημο (προσθέστε επίθετα κατά βούλησιν) είναι το παζάρι της μισοακριτικής πόλης. Για κάποιον που πρωτοπάει, πάντως, είναι μοναδικό.

Μοναδικό; Μεγάλα λόγια, για ακόμα μία φορά. Φτάνει να τραβήξεις μια τζούρα από τα ενδότερα των συγκροτημάτων της τέταρτης εξουσίας, και πάραυτα θα ανακαλέσεις. Άνθρωποι δίχως πρόσωπα, λέξεις δίχως γράμματα, μηχανές δίχως γρανάζια, ήχοι δίχως μουσική, βλέμματα δίχως κόρες, μυρωδιές δίχως ανάσες, χέρια χωρίς αποτυπώματα: αντικείμενα. Σαν τα ασπόνδυλα ψάρια, τα αποστεωμένα ζώα, τα άκαρδα μαρούλια των παζαριών.

Δίχως ιδρώτα. Δίχως τιμή. Δίχως προορισμό.

Ξεπουλημένα. Free. Χύδην.

Προκάτ.

Πόσο παζαρεύεται το τίποτα;

This entry was posted in work. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s