Ο πεθαμένος και η ανάσταση

Είδα τον πρώτο μου θάνατο όταν ήμουν δημοτικό. Ο θανών ήταν και αυτός δημοτικό.

Θα ήταν προς τα μέσα του επαγγελματικού Γολγοθά της μάνας μου, όταν μια καλοκαιρινή μέρα πήγα στο νοσοκομείο να την πάρω, για να γυρίσουμε παρέα σπίτι. Τη μέρα εκείνη το «Κεντρικό» είχε εφημερία. Η μάνα μου ήταν προϊσταμένη στα Εξωτερικά Ιατρεία, εκεί δηλαδή που δένουν τα βουβά ή τα ουρλιάζοντα ασθενοφόρα, ξεβράζοντας από ελαφρά τραυματίες μέχρι πτώματα.

Στην περίπτωση της πρώτης γνωριμίας μου με τον Χάρο, είχαν ήδη αρχίσει να παίζονται τα καρέ της ταινίας από τη ζωή αυτού που αποχαιρετά τη ζωή. Λένε πως κρατάνε λίγο. Λέω πως δεν έχει εισιτήριο.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, το παιδί πέθανε. Το σεντόνι σκέπασε το κορμί του, τα μηχανήματα έσβησαν, οι γιατροί σκούπισαν τον ιδρώτα που ποτάμι κατέβαινε από τις τεχνητές αναπνοές, και η μάνα μου ανήγγειλε τον θάνατο στους συγγενείς του μικρού.

Μετά συνέχισε τη δουλειά της.

Δεν ήξερα πώς λες σε κάποιον πως πέθανε ο γιος του ή η κόρη του ή όποιο προσφιλές του πρόσωπό. Δεν ήξερα πώς χαρακώνεις, έστω πτώμα, για να διαπιστώσεις τα αίτια του θανάτου του. Δεν ήξερα πώς σακουλιάζεις νεκρό στον δρόμο σμπαραλιασμένο από αυτοκινητιστικό ή καρβουνιασμένο από πυρκαγιά. Και δεν ήξερα πως μετά από αυτά συνεχίζεις τη ζωή σου.

Είχα ένα βύσμα για να το μάθω: τη μάνα μου. Δεν τη ρώτησα, δεν μου είπε.

Σαν να έπρεπε να ’θρει το πλήρωμα του χρόνου, κατά πώς λένε, για να ξαναδώσω ραντεβού με το δρεπάνι της ζωής, όταν έπιασα δουλειά στην άλλη πλευρά της πόλης απ’ όπου φυτρώνουν τα κυπαρίσσια. Ραντεβού που κρατά μέχρι σήμερα.

Ψάρακας στην εργασία, στην αρχή βοηθούσα τις δύο συναδέλφισσες που διόρθωναν, μεταξύ άλλων, τα κοινωνικά: γάμους, ευχαριστήρια, μνημόσυνα. Και κηδείες. Μια μικρή Θέρμη πέρασε από τα μάτια μου. Σα να διόρθωνα όχι χαρτί, μα σα να λάξευα μάρμαρο. Να λαξευτεί σωστά. Λαξευτής μαρμάρου: αυτό ήμουν.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και από διορθωτής τεθνεώτων έγινα επιμελητής κλοπών, διαρρήξεων, ληστειών, βιασμών, φόνων, δολοφονιών, πολέμων, εκκαθαρίσεων, ναυαγίων, λιμών, λοιμών και καταποντισμών. Η μικρή Θέρμη έγινε Συμμαχικό Νεκροταφείο. Αναβαθμίστηκα, έτσι νόμισα. Έκανα λάθος. Λαξευτής μαρμάρου: αυτό παρέμεινα.

Υπάλληλος του τσεκ ιν για τον άλλο κόσμο. Αυτό είναι ο διορθωτής. Όνομα θύτη σωστό, επώνυμο θύτη σωστό, όνομα θύματος σωστό,  επώνυμο θύματος σωστό, ηλικία σωστή, σφαίρες σωστές, ρίχτερ σωστά, αριθμός πτωμάτων σωστός, διάγνωση ιατροδικαστή σωστή. Θάνατος σωστός.

Και μετά, μπίρες – αντί για χάμπρουγκερ, κάθε μία και δεκαπέντε, που μου ’παιρνε η μάνα μου.

Ώρες ώρες θέλω να κάψω όλες τις γραμματικές και τα λεξικά.

This entry was posted in work. Bookmark the permalink.

1 Response to Ο πεθαμένος και η ανάσταση

  1. Ο/Η Piper λέει:

    Από τα πιο ωραία σου. Μπράβο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s